DefinitionGeneration - datasets
Collection
Dbnary data processed for the Definition Generation task
•
22 items
•
Updated
target
stringlengths 2
21
| definition
stringlengths 5
482
| example
stringlengths 1
989
| language
stringclasses 1
value |
|---|---|---|---|
Αριστερόμετρο
|
(Νεολογισμός, ειρωνικό) υποτιθέμενο όργανο το οποίο μετρά το πόσο αριστερός (από πολιτική άποψη) είναι κάποιος.
|
(※ Αναγνώριση της Oρθοδοξίας ως της υπέρτατης δύναμης μέσα στην οποία θα βρουν τη γαλήνη και τη συγχώρεση (και ίσως να ξεγελάσουν πάλι τον κόσμο για να τους ξαναψηφίσει;). Ανακάλυψαν και το… χριστιανόμετρο, σε αντίθεση με το… αριστερόμετρο «από το οποίο καήκαμε», όπως λένε. (Το… χριστιανόμετρο του ΣΥΡΙΖΑ, Το Βήμα, 11/08/2016 ([1])
|
el
|
Ενδόρρηξη
|
(Μεταφορικά) απότομη κατάρρευση προς τα έσω, κλείσιμο / περιορισμός σε στενότερα πλαίσια.
|
※ Ας έχουμε κατά νου και το ενδεχόμενο της ενδόρρηξης, μιας κατάρρευσης προς τα έσω, με χαρακτήρες παθητικότητας, παράλυσης, μοιρολατρικής υποταγής και αυτοεγκατάλειψης. (Ν. Γ. Ξυδάκης, «Ενδόρρηξη, ένας ενδεχόμενος μαύρος κύκνος», Η Καθημερινή, 16 Δεκεμβρίου 2012)
|
el
|
Πειραιάς
|
Λιμάνι; (; ; πόλη και ; ; λιμάνι) επίνειο της Αθήνας, ιδρύθηκε στην αρχαία Ελλάδα ως λιμάνι της Αθήνας και αναδείχθηκε στο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας και ένα από τα σημαντικότερα της Μεσογείου.
|
※ Πώς ήθελα να είχα ένα και δύοκαι τρία και τέσσερα παιδιάπου σαν θα μεγαλώσουν όλανα γίνουν λεβέντες για χάρη του ΠειραιάΌσο κι αν ψάξω, δεν βρίσκω άλλο λιμάνιτρελή να με ‘χει κάνει, όσο τον Πειραιά
|
el
|
Λογοπαίγνιο
|
Παιχνίδι με τις λέξεις, συνήθως με τις πολύσημες ή τα ομώνυμα.
|
↪ τα περισσότερα λογοπαίγνια είναι δυστυχώς αδύνατον να μεταφραστούν με επιτυχία σε άλλη γλώσσα
|
el
|
Επιζωγραφίζω
|
(Λόγιο) ζωγραφίζω πάνω σε κάτι.
|
※ Το λογότυπο στα ψηφοδέλτια της ΕΔΑ ήταν κυκλικό. Μου άρεσε να το επιζωγραφίζω, να χρωματίζω τα κενά ανάμεσα στα γράμματα, τρίγωνα, παραλληλόγραμμα, να μετατρέπω τον κύκλο σε ρόδα τρακτέρ, σε ήλιο, σε στόμιο πηγαδιού
|
el
|
Ναρόντνικοι
|
(Πληθυντικός αριθμός του ναρόντνικος: (ιστορία, πολιτική) τα μέλη και οι υποστηρικτές του ναροντνικισμού (κατ' επέκταση το ίδιο το κίνημα γενικά).
|
※ Οι ρώσοι αναρχικοί της εποχής (οι ναρόντνικοι - από τη λέξη ναρόντ που στα ρωσικά σημαίνει λαός) δολοφόνησαν τον Αλέξανδρο Β' ρίχνοντας μια βόμβα μέσα στην άμαξά του. Από το βιογραφικό σημείωμα για το Victor Serge στον ιστότοπο βιβλιοnet· πρόσβαση: 2019-08-19
|
el
|
Ολιγαρχικός
|
Σχετικός με την ολιγαρχία.
|
Ολιγαρχική δημοκρατία
|
el
|
Κεφαλαιοποίηση
|
(Οικονομία) η μετατροπή οικονομικών στοιχείων εταιρείας, ιδρύματος ή κράτους (κέρδη, αποθεματικά κλπ.) σε κεφάλαιο.
|
↪ η εταιρεία Φι ΑΕ χρωστάει στον ιδιώτη Χι ένα ποσό της τάξης των 2.000.000€ για δεδουλευμένα. Με μια στρατηγική κίνηση του διοικητικού της συμβουλίου, προχωρεί στην κεφαλαιοποίηση των 2.000.000€ σε τίτλους μετοχών των 5.000.000 αξίας 0.4€ έκαστη και τις δίνει ως αντάλλαγμα των δεδουλευμένων στον ιδιώτη Χι. Εκείνος έχει την επιλογή (το ρίσκο) να δεχθεί τις μετοχές αν προσδοκεί να ανατιμηθούν, ενώ να μην τις αποδεχθεί αν κρίνει πως θα μειωθεί η αξία τους στο μέλλον
|
el
|
Πρόβλεψη
|
(Λογιστική) η δέσμευση κεφαλαίου από τα έσοδα μιας οικονομικής μονάδας για πιθανολογούμενη μελλοντική υποχρέωση.
|
※ Για παράδειγμα, η τεχνική του «Big Bath» χαρακτηρίζεται από επιβαρύνσεις των αποτελεσμάτων με αυξημένες προβλέψεις και άλλα έξοδα σε περιόδους ύφεσης, ενώ οι επόμενες χρήσεις εμφανίζουν ανάκαμψη των αποτελεσμάτων. Μελέτες έχουν δείξει ότι η χρήση της τεχνικής του «Big Bath» εφαρμόζεται από εταιρείες με κακή προηγούμενη διαχείριση. Δηλαδή, η επιχείρηση προβαίνει σήμερα σε μια μεγαλύτερη πρόβλεψη από αυτή που θα έπρεπε για να «σώσει ένα καλύτερο αύριο»
|
el
|
Χαμόσπιτο
|
Πολύ φτωχικό σπίτι μικρού ύψους και κακής κατασκευής.
|
※ Χειμώνα, καλοκαίρι, ζούσε όξω. Φύλακας, πιο πολύ παρά μπαξεβάνης, ο μπαμπάς της· η καλύβα του, το χαμόσπιτό του, πλάγι στο ξοχικό που νοίκιαζε ο Γιώργος· η καλύβα στον οξώτοιχο κολλητά· το σπίτι του Γιώργου, μέσα στη μέση του ποστατικού· πεντέξι βήματα για να πας από το ένα στο άλλο. (Γιάννης Ψυχάρης, Το ταχυδρομικό δελτάριο, Στον ίσκιο του πλατάνου, 1911)
|
el
|
Βολεύομαι
|
Φροντίζω να έχω τα απαραίτητα ή την άνεσή μου, σωματικά ή ψυχικά ή οικονομικά, τακτοποιούμαι, εξασφαλίζομαι, δεν ανησυχώ, κατασταλάζω, ηρεμώ.
|
Βρήκε μια καλή δουλειά επιτέλους και βολεύτηκε το παιδί, γιατί είχα την έγνοια του δυο χρόνια τώρα που ήταν άνεργο (θα έχει πια τα απαραίτητα)
|
el
|
Αχιβάδα
|
(Μαλάκιο) οστρακοφόρο μαλάκιο.
|
※ Ή τα ψάρια του κλέβανε τα δολώματα ή το παραγάδι έπεφτε σε ξερότοπο και δεν έβρισκε μήτε αχιβάδα (Μεγάλη Πελοποννησιακή Λογοτεχνική Ανθολογία, τόμος 1, εκδ. Οργανισμός Πελοποννησιακών Εκδόσεων «Η βιβλιοεμπορική», 1995, σελ. 222)
|
el
|
Ανακοινώνω
|
Γνωστοποιώ με σχετική επισημότητα.
|
Μαρία, σου ανακοινώνω ότι το air condition δε θα ξαναλειτουργήσει στο σπίτι μας αν δε βρει δουλειά κι ο κανακάρης και η κορούλα σου, γιατί η σύνταξή μου δε φτάνει για τη ΔΕΗ
|
el
|
Μούσκιο
|
Η τοποθέτηση αντικειμένων σε νερό για κάποιο χρονικό διάστημα ώστε να ποτιστούν από το νερό.
|
Έβαζε πάντα τα ασπρόρουχα στο μούσκιο, για καμιά ώρα περίπου, και μετά τα έπλενε
|
el
|
Ποτίζω
|
(Μεταβατικό)ρίχνω νερό στο χώμα όπου είναι φυτεμένα κάποια φυτά.
|
↪ ξέχασα να ποτίσω αυτή τη γλάστρα και μαράθηκε το λουλούδι
|
el
|
Φανερώνομαι
|
Γίνομαι ορατός ενώ ήμουν κρυμμένος, γίνομαι φανερός, αποκαλύπτομαι.
|
Καλά μου λέγανε για τον Άγιο Φανούριο! Μόλις προσευχήθηκα, η λύση φανερώθηκε μπροστά μου σαν από θαύμα
|
el
|
Κρατώ
|
Επικρατώ, κυριαρχώ.
|
Η αντίληψη που κρατεί περί των φαρμάκων ... - η κρατούσα αντίληψη
|
el
|
Φρίττω
|
Αγανακτώ ηθικά, νιώθω δυσαρέσκεια, διαφωνώ σφόδρα.
|
Φρίττω και μόνο στη σκέψη ότι θα τους καλέσεις σπιτι μας
|
el
|
Ανταμώνω
|
(Αμετάβατο, κυριολεκτικά, μεταφορικά) (στον πληθυντικό) συναντιέμαι.
|
※ Ο Τούμας είχε καταφέρει με κάποιον τρόπο να γαντζωθεί από την κουπαστή. Τα μάτια του ήταν γεμάτα τρόμο όταν ανταμώσανε τα βλέμματά μας. Τον κοιτούσα σιωπηλή.«Βοήθησέ με, σε παρακαλώ» φώναξε εκείνος
|
el
|
Κόμμα
|
(Πολιτική) το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ), ιδιαίτερα σε κείμενα προσκείμενων σε αυτό.
|
※ Αμέσως μετά την ανακοίνωση από την κυβέρνηση των νέων περιοριστικών μέτρων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, το Κόμμα καλύτερα προετοιμασμένο από την προηγούμενη φορά, αναπροσάρμοσε τη δράση του χωρίς να την αναστέλλει (απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ [1])
|
el
|
Καραμέλα
|
(Γλυκό) μικρό στερό σκληρό γλύκισμα διαφόρων γεύσεων και αρωμάτων που λειώνει στο στόμα.
|
↪ καραμέλα για τον λαιμό (θεραπευτική)
|
el
|
Δυσδιάκριτος
|
Που δύσκολα διακρίνεται.
|
Μια δυσδιάκριτη λεπτομέρεια
|
el
|
Σκανδιναβή
|
(Εθνικό όνομα) θηλυκό του Σκανδιναβός.
|
— Πας να παραλάβεις από το αεροδρόμιο τη σκανδιναβή φίλη σου
|
el
|
Πτωχάνθρωπος
|
Άλλη μορφή του φτωχάνθρωπος ; ; άλλη μορφή του φτωχάνθρωπος.
|
Και σαν πτωχάνθρωπος στην Σύγκλητο
|
el
|
Μπαλνταφάν
|
(Ιδιωματικό) αποκριάτικη εκδήλωση για παιδιά.
|
※ Σέρρες: Μπαλνταφάν από τις «Σερραίες Μανούλες» (τίτλος)
|
el
|
Ξαγρυπνώ
|
Μένω άγρυπνος κατά τη διάρκεια της νύχτας μη μπορώντας ή μη θέλοντας να κοιμηθώ.
|
※ ⌘ Γιάννης Γρυπάρης 1870-1942, «Ύπνου δάκρυα» @greek-language.gr, ποιητική συλλογή Σκαραβαῖοι καὶ τερρακόττες, Εκδ. Ι.Ν. Σιδέρης, έκδοση 2η, χ.χ. pdf @olympias Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
|
el
|
Οίκοι
|
(Που συμβαίνει) στο σπίτι, στον οίκο.
|
↪ Του αποδόθηκαν οι οίκοι τιμές
|
el
|
Πισίνα
|
Δεξαμενή με νερό, κατάλληλη για κολύμβηση.
|
↪ Η νέα νομοθεσία θεωρεί φορολογικό τεκμήριο την κατοχή ιδιωτικής πισίνας
|
el
|
Δημοδιδασκαλία
|
(Εκπαίδευση, παρωχημένο) ο θεσμός του δημοδιδασκαλείου.
|
※ Νῦν δέ βλέποντες τήν ἀνάγκην τοῦ νά τακτοποιηθῆ καί νά ἐξαπλωθῆ εἰς ὅσο τό δυνατόν πλειοτέρους δήμους ἡ τακτική δημοδιδασκαλία κατά τήν ἔφεσιν της Α. Μ. ἀναγκαζόμεθα νά σᾶς προσκαλέσωμεν νά ἐνεργήσητε τά ἑξῆς:[...
|
el
|
Βάζω
|
(Σε περιφράσεις) εκτελώ την ενέργεια ή προκαλώ το αποτέλεσμα που υποδηλώνει η επόμενη λέξη (συνήθως ουσιαστικό).
|
↪ βάζω μπρος / μπροστά: εκκινώ κάτι, ένα μηχάνημα ή μια προσπάθεια, εργασία, επιχείρηση
|
el
|
Αναφαίνομαι
|
Προκύπτει, αποκαλύπτεται, έρχεται στην επιφάνεια, ξαναφαίνεται, επανεμφανίζεται.
|
..αναφάνηκε από το παράδειγμα της Α' Παθολογικής κλινικής ότι δεν επαρκούν οι γιατροί..
|
el
|
Δίπλα
|
Στο πλάι, παραπλεύρως, δεξιά ή αριστερά και σε σχετικά κοντινή απόσταση.
|
↪ κάθισε δίπλα του να σας βγάλω μια φωτογραφία
|
el
|
Ταΐζω
|
Εξασφαλίζω σε κάποιον δικό μου άνθρωπο τα απαραίτητα για τη ζωή.
|
Ως πότε θα κάθεσαι να σε ταΐζουμε; Πήγαινε να πιάσεις καμιά δουλειά
|
el
|
Κύκλος
|
(Μεταφορικά) η μετάβαση από μία αρχική κατάσταση στην ίδια πάλι κατάσταση μέσω άλλων καταστάσεων.
|
↪ Όταν η αρρώστια κάνει τον κύκλο της θα γίνεις πάλι καλά
|
el
|
Εγκαθίδρυμα
|
Ίδρυμα - θεσμός (χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει την εκκλησία).
|
Φαίνεται ότι το μοναστικό εγκαθίδρυμα ήταν σε χρήση ως τον 13ο αι. Ιστορία - Θρακικός Ηλεκτρονικός Θησαυρός - Τουρισμός
|
el
|
Δίκοπος
|
(Μεταφορικά) που έχει τόσο θετικές όσο και αρνητικές πλευρές.
|
↪ δίκοπο μαχαίρι το κλείσιμο των σχολείων λόγω της νέας γρίπης
|
el
|
Εκνευριστικός
|
Που εκνευρίζει τους άλλους.
|
Εκνευριστική συνήθεια
|
el
|
Μέγεθος
|
Το πόσο μεγάλο είναι κάτι χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένες διαστάσεις, αλλά με διαβάθμιση από το μεγαλύτερο προς το μικρότερο.
|
↪ Η Ελλάδα το 2009 βρέθηκε ξαφνικά η τελευταία σε μέγεθος οικονομία της Ευρώπης
|
el
|
Τετραβορικός
|
(Χημεία): τετραπλό ένυδρο άλας.
|
Τετραβορικό νάτριο
|
el
|
Απαρέμφατο
|
(Γραμματική) ρηματικός τύπος που δε φανερώνει το υποκείμενο ή τον αριθμό του/των προσώπων, αλλά μόνον τον ρηματικό χρόνο και τη ρηματική διάθεση - φωνή.
|
Το "δηλωθεί" είναι το απαρέμφατο της παθητικής φωνής του ρήματος δηλώνω
|
el
|
Τιμάριθμος
|
(Οικονομία) δείκτης για τη μέτρηση του κόστους της διαβίωσης, που βασίζεται στις μεταβολές των τιμών των αγαθών ανάμεσα σε δύο χρονικές περιόδους.
|
↪ άνοδος / πτώση του τιμάριθμου
|
el
|
Γραμμολογία
|
(Σιδηρόδρομος) η διάταξη των σιδηροδρομικών γραμμών σε ένα σιδηροδρομικό δίκτυο.
|
(※ Η κατασκευή ενδιάμεσου σταθμού σε μία γραμμή που ήδη λειτουργεί θα προκαλέσει πάντως σίγουρα πολύμηνη διακοπή της κυκλοφορίας (όπως συνέβη και στην περίπτωση των σταθμών Αγία Παρασκευή, Νομισματοκοπείο και Χολαργός της ίδιας γραμμής) μεταξύ των σταθμών Κεραμεικός και Ελαιώνας (ή Μοναστηράκι και Αιγάλεω, αν δεν υπάρξει κάποια αλλαγή στη γραμμολογία)
|
el
|
Κοπέλα
|
Νεαρή οικιακή βοηθός ή νεαρή υπάλληλος χαμηλής ιεραρχικά βαθμίδας.
|
↪ Πες στην κοπέλα να μου φτιάξει ένα καφεδάκι
|
el
|
Ψυχισμός
|
Ο ψυχικός κόσμος του ατόμου, η ψυχική λειτουργία του.
|
Η διερεύνηση του ανθρώπινου ψυχισμού είναι αντικείμενο κυρίως της ψυχολογίας, της ψυχιατρικής, αλλά και της κοινωνιολογίας
|
el
|
Ἐρυθροπέλιδνος
|
(Σπάνιο) που έχει πελιδνό και ερυθρό χρώμα.
|
※ Ἐπὶ τῆς κορυφῆς αὐτῆς, πρὸς τὸν αὐχένα, πληγὴ εὐρεῖα ἔχασκεν ἐρυθροπέλιδνος, ὡσὰν νὰ ἀφῃρέθη τμῆμα τι βιαίως, τὰ χείλη της τὴν περιέβαλλον, κατάμαυρα, διερρωγότα, κ’ ἐσχημάτιζον ὡσεὶ ἐσχάραν κυκλικήν, εἰς δὲ τὸ βάθος της διεκρίνετο ὑπολευκάζον τὸ ὀστοῦν
|
el
|
Φυλάγω
|
Άλλη μορφή του φυλάω; ; (λογοτεχνικό ή παλιότερο) ; ; άλλη μορφή του φυλάω με πολλούς κοινούς ρηματικούς τύπους.
|
Τρία κρυφά ποιήματα, Επί σκηνής, ΣΤ, στίχ. 5-9 [https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=1&text_id=3204 @greek-language.gr] ; ; ※ ; ; ⌘ ; ; Γιώργος Σεφέρης, Γιώργος Σεφεριάδης 1900‑1971, Θερμοπύλες, ; ; <i>Τρία κρυφά ποιήματα</i>, Επί σκηνής, ΣΤ, στίχ. 5-9 [https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=1&text_id=3204 @greek-language.gr
|
el
|
Αποφασίζω
|
Ορίζω ή επιβάλλω το πρακτέο, έχοντας την εξουσία ή τη δυνατότητα να το κάνω αυτό.
|
Ο διευθυντής αποφάσισε να διακόψει την άδειά μου
|
el
|
Τρισόλβιος
|
Τρισευτυχισμένος.
|
Οἳ ταῦτα δερχθέντες τέλη μόλωσ᾿ ἐς Ἅιδου·
|
el
|
Μάινα
|
(Ναυτικός όρος) (ναυτικό παράγγελμα) στο πλοίο ρίχνω, κατεβάζω κάποιο αντικείμενο, όπως πανί, σημαία, ή άγκυρα.
|
Μάινα παιδιά την άγκυρα να πιάσουμε στεριά
|
el
|
Ανοσοφθορισμός
|
(Νεολογισμός, ιατρική, βιοχημεία) ιατρική διαγνωστική μέθοδος με ευρεία κλινική εφαρμογή και σημαντική συμβολή στη διάγνωση και παρακολούθηση διαφόρων νοσημάτων. Χρησιμοποιούνται φθορίζοντα αντισώματα για την ανίχνευση και εντόπιση αντιγόνου ή αντισώματος σε ιστούς ή κύτταρα.
|
※ «Η τεχνολογία ονομάζεται «ανοσοφθορισμός με τη χρήση Gliolan®», ένα διάλυμα το οποίο ο ασθενής πίνει λίγες ώρες πριν το χειρουργείο. Το φάρμακο έχει την ιδιαιτερότητα ότι προσλαμβάνεται μόνο από τα κακοήθη κύτταρα. Ο μεταβολισμός του φαρμάκου στα κακοήθη κύτταρα παράγει φωτοενεργές φθορίζουσες ενώσεις οι οποίες γίνονται ορατές με ειδικά μικροσκόπια. Έτσι, κατά τη διάρκεια του χειρουργείου τα καρκινικά κύτταρα φθορίζουν, δηλαδή «λάμπουν», εκπέμποντας κατά κάποιο τρόπο ένα κοκκινωπό χρώμα. Αυτό επιτρέπει στον νευροχειρουργό να διακρίνει τον όγκο ακόμα και σε περιπτώσεις όπου υπό συνήθεις συνθήκες και με συμβατικά μικροσκόπια αυτό δεν θα ήταν δυνατό», επισημαίνει ο νευροχειρουργός κ. Σταυρινού
|
el
|
Ιστορία
|
Κλάδος μιας επιστήμης που μελετά την εξέλιξή της.
|
↪ O Αϊνστάιν ήταν σταθμός στην ιστορία της φυσικής
|
el
|
Εκατοστιαίος
|
(Αρχαϊκό) με βάση το εκατό.
|
Μέσος εκατοστιαίος ρυθμός κατά τα τελευταία έτη
|
el
|
Ξυλιτόλη
|
(Χημεία) οργανική ένωση που χρησιμοποιείται ως φυσικό υποκατάστατο ζάχαρης και υπάρχει σε πολλά φρούτα και λαχανικά.
|
※ Η ερυθριτόλη είναι ένα δημοφιλές υποκατάστατο ζάχαρης που χρησιμοποιείται σε διάφορα τρόφιμα και ποτά και διατίθεται τόσο σε σκόνη όσο και σε υγρή μορφή. Μαζί με τη μαλτιτόλη, τη σορβιτόλη και την ξυλιτόλη, είναι γνωστή ως αλκοόλη σακχάρου -ένας τύπος υδατάνθρακα που έχει παρόμοια χημική δομή με τη ζάχαρη. Παρά το όνομά τους, οι αλκοόλες ζάχαρης δεν είναι ούτε ζάχαρη ούτε αλκοόλ
|
el
|
Θάλασσα Μπάρεντς
|
Θάλασσα της Ευρώπης ; ; θάλασσα της Ευρώπης, τμήμα του Αρκτικού Ωκεανού.
|
※ Για τη Θάλασσα Μπάρεντς στον Αρκτικό Ωκεανό, απέπλευσαν ρωσικά πυρηνικά υποβρύχια, όπου θα πραγματοποιήσουν ασκήσεις, μετά την απόφαση Πούτιν να θέσει σε κατάσταση συναγερμού τις πυρηνικές δυνάμεις της χώρας, ως απάντηση στις κυρώσεις που δέχθηκε από τη Δύση, μετά την εισβολή ρωσικών στρατευμάτων στην Ουκρανία
|
el
|
Φάρσαλα
|
Πόλη ; ; πόλη της Θεσσαλίας.
|
Χαλβάς Φαρσάλων
|
el
|
Χορηγώ
|
Παρέχω κάτι χρήσιμο, ένα δικαίωμα, εκδίδω και παραδίδω στον άμεσα ενδιαφερόμενο ένα επίσημο έγγραφο (συχνά για κάτι που δίνεται υπό αίρεση ή με μια πινελιά χαριστικής κίνησης, κίνησης καλής προαίρεσης, όχι για κάτι απολύτως κεκτημένο.
|
↪ Αυτό το πιστοποιητικό μπορεί να σας το χορηγήσει μόνο το υπουργείο Παιδείας
|
el
|
Ανακατευθύνω
|
Αλλάζω κατεύθυνση σε κάτι, του δίνω νέα κατεύθυνση.
|
↪ ανακατευθύνουν με λέιζερ τους κεραυνούς
|
el
|
Τάκα
|
Το νόμισμα του Μπανγκλαντές.
|
※ Η χώρα είναι η φθηνότερη στον πλανήτη για την κατασκευή μεγάλων ποσοτήτων ενδυμάτων. Πέρυσι, η κυβέρνηση αύξησε τον κατώτερο μισθό για τους εργαζόμενους στο τομέα της ένδυσης και της υφαντουργίας κατά 77%, στα 5.300 τάκα (68 δολάρια) και τροποποίησε το εργατικό δίκαιο για να ενισχύσει τα δικαιώματα των εργαζομένων
|
el
|
Κρεμάω
|
Ένα μέρος του σώματός μου ή ενός αντικειμένου κατεβαίνει πιο χαμηλά απ' ό,τι συνήθως.
|
↪ γέρασες, κακομοίρη, και κρέμασες προγούλι
|
el
|
Φορεσιά
|
(Λαϊκό, προφορικό) ειδική στολή, ενδύματα για ειδικές περιστάσεις.
|
↪ παραδοσιακή/λαϊκή φορεσιά κ.λπ
|
el
|
Λοβίο
|
(Ανατομία) προεξέχοντα τμήματα οργάνων του ανθρώπινου σώματος με αυλακώσεις.
|
Λοβίο του ήπατος
|
el
|
Περιέλευση
|
(Νομικός όρος) το να περιέλθει στην κατοχή άλλου.
|
※ Πρόταση για περιέλευση των 'αγνώστου ιδιοκτήτη' ακινήτων στους οικείους Δήμους (ΠΟΜΙΔΑ, e-foroloria.gr, 2019.06.17.)
|
el
|
Φως
|
Δημοσιότητα.
|
↪ Βγήκε στο φως σήμερα το περιεχόμενο της επίμαχης επιστολής
|
el
|
Σερβίρομαι
|
Για τη μεταφορά, προσφορά, διανομή κατά συνδαιτυμόνα, παράθεση των φαγητών στο τραπέζι για εμένα ή άλλους.
|
Πρέπει να έχω το νου μου στο γλυκό, σερβιριστείτε μόνοι σας το κρέας
|
el
|
Ξεπλήρωμα
|
Η ενέργεια του ξεπληρώνω.
|
(Μεταφορικά) η ανταπόδοση
|
el
|
Νονός
|
Αρχηγός εγκληματικής οργάνωσης όπως η μαφία.
|
Έκφραση: νονός της νύχτας
|
el
|
Εικόνα
|
Το είδωλο ατόμου ή αντικειμένου.
|
↪ Κλείνω το μάτια και βλέπω την εικόνα σου
|
el
|
Γιαραμπής
|
(Παρωχημένο) ο Θεός.
|
※ Μα το γιαραμπή! (Μενέλαος Λουντέμης, Ένα παιδί μετράει τ' άστρα, 1956)
|
el
|
Μπερτόδουλος
|
Ανδρικό επώνυμο.
|
(Γεώργιος Σουρής, Ο Φασουλής φιλόσοφος, Μέρος Δ', τέλος 19ου - αρχές 20 αιώνα)
|
el
|
Πλανητίσκος
|
(Ειδικότερα) πλανητικό σώμα στην πρώτη φάση του σχηματισμού του, με λίγη μάζα και μικρή διάμετρο («απειροστός» πλανήτης), πριν διαμορφωθεί σε πρωτοπλανήτη.
|
(※ Στη ζώνη των αστεροειδών […] κάποια βραχώδη υπολείμματα είναι αρκετά μεγάλα και ονομάζονται πλανητίσκοι («όχι και τόσο πλανήτες») (από το Richard Dawkins, Η μαγεία της πραγματικότητας. Ο μύθος και η αλήθεια, μετάφραση: Νίκος Αποστολόπουλος (Αθήνα, Τραυλός 2011, ISBN 978-960-6640-78-0), σ. 135 (βλ. σ. 10 στο δείγμα του εκδ. οίκου από το βιβλίο· πρόσβαση: 2019-10-04)
|
el
|
Εκφυλιστικός
|
(Φυσική) που έχει σχέση με υπέρμετρη βαρυτική πίεση ή συμπίεση.
|
Εκφυλιστική πίεση
|
el
|
Φρουρός
|
(Μεταφορικά) πρόσωπο που προστατεύει ή υπερασπίζεται κάτι.
|
※ Σε θέλω στο πλευρό μου, ακοίμητο φρουρό μου, με το φιλί με το σπαθί..
|
el
|
Βαρελόφρων
|
(Αρχαιοπρεπές) χιουμοριστικός ευφημισμός, σε λόγιο ύφος, για τον λάτρη του κρασιού, τον μεθύστακα, για το υποτιθέμενο μέλος μιας παράταξης αδιόρθωτων μπεκρήδων.
|
※ Δεν ξέρουμε αν ο πρώτος βαρελόφρων εκφράζει την άποψη του Βάρναλη ή αν ο Βάρναλης είναι απλός διαιτητής ανάμεσα στους δύο, όπως φαίνεται στο δεύτερο χρονογράφημα. Πάντως ο Βάρναλης το τιμούσε δεόντως το κρασί
|
el
|
Διεμφυλικός
|
(Νεολογισμός) για άτομο με ταυτότητα φύλου διαφορετική από το βιολογικό φύλο του, για άτομο που αισθάνεται ότι το βιολογικό (ανατομικό) του φύλο δεν βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με το φύλο που το ίδιο βιώνει.
|
(※ Νομοσχέδιο που επιτρέπει, επιτέλους, στους πολίτες να αυτοπροσδιορίζονται, όπως οι ίδιοι θέλουν, ως προς το φύλο τους και όχι σύμφωνα με ότι έχει καταγραφεί κατά τη γέννηση τους στο ληξιαρχείο, φέρει το υπουργείο Δικαιοσύνης προς ψήφιση στη Βουλή, τακτοποιώντας ένα θέμα ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αφορά στα λεγόμενα διεμφυλικά άτομα (εκείνα δηλαδή που προσδιορίζουν το φύλο τους διαφορετικά από ότι έχει αποτυπωθεί στη ληξιαρχική πράξη της γέννησης τους) (Ανοίγει ο δρόμος για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, 03.05.2017, εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ [1])
|
el
|
Πρίφτης
|
(Παρωχημένο, ιδιωματικό, επάγγελμα, χριστιανισμός, σπάνιο) ιερέας, πρεσβύτερος.
|
※ 1784. Κατὰ μῆνα Αὔγουστον ἔκαμεν ἀγάπην ὁ Κοὺρ πασιᾶς μέ τόν υἱὸν τῆς Βελῆ πασιοῦς τόν Ἀλῆ Πασιᾶ. καί ὁ Ἀλῆ Πασιᾶς ὑπῆγε καί ἔκαυσε καὶ ἐρήμωσε τό Κακοσιούλι ὅλο, καί ἔπιασε πολλοὺς προεστούς, καί εἰς δύο τοὺς ἀπεδειξεν αυτούς, ὠς (…)τορας, διότι τὸν τζιαούσην τὸν ἔψηνε ζωντανὸν στὴν σοῦβλαν, τὸν δὲ πρίφτην ἔβανε τάς χεῖρας του καί πόδας του ἀπὸ ἕνα ἕνα ἐπάνω εἰς πέτραν, ἔπειτα τὰ ἐβαροῦσε μὲ σφύραν, καὶ οὕτως ἐτελειώθησαν
|
el
|
Συνδρομητής
|
Κάποιος που λαμβάνει τακτικά ή συνεχώς ένα προϊόν ή μια υπηρεσία έναντι αντίστοιχης πληρωμής.
|
Ο αδελφός μου είναι συνδρομητής σε αθλητικό τηλεοπτικό κανάλι
|
el
|
Πωρικό
|
Καρπός (νωποί και ξηροί καρποί).
|
Ο τζύρης μου έφερεν μας κάμποσα πωρικά 'που το παναϋριν [1], Φαρμακίδου ΞΠ (2003, σελ.212)
|
el
|
Έτσι
|
(Τροπικό επίρρημα) με αυτόν τον τρόπο.
|
Έτσι θέλω να ανακτατεύεις τη μαγιονέζα: απαλά απαλά
|
el
|
Βάλλομαι
|
Βάλλουν εναντίον μου (συνηθίζεται κυρίως σε συγκεκριμένες, καθιερωμένες από παλιότερα εκφράσεις).
|
Βάλλομαι πανταχόθεν
|
el
|
Χριστιανόμετρο
|
(Νεολογισμός, ειρωνικό) υποτιθέμενο όργανο το οποίο μετρά τη χριστιανική πίστη.
|
※ Σε ερώτηση δημοσιογράφων για το αν υπάρχει «χριστιανόμετρο», απάντησε, «όχι, ποτέ. Μόνο η αγάπη η συγχώρεση, η συναδέλφωση και η συνεργασία. Ιδιαίτερα στο χώρο της Ελλάδας, στην πατρίδα μας, ιδιαίτερα αυτές τις ώρες απαραίτητη είναι η συνεργασία (Εφημερίδα των Συντακτών, 26/04/2024)
|
el
|
Λύνω
|
Επιλύω, βρίσκω την απάντηση σε μαθηματικό πρόβλημα, σε μυστήριο ή παιχνίδι.
|
↪ λύνω την εξίσωση, έλυσα το σταυρόλεξο
|
el
|
Δυσφήμηση
|
(Ενέργεια (δήλωση, διασπορά φημών) ή άλλες πράξεις κ.λπ.) με την οποία προσβάλλεται η υπόληψη, η δημόσια εικόνα κάποιου ή θίγονται τα συμφέροντά του (ισχύει και ευρύτερα, πέρα από πρόσωπα).
|
↪ η δυσφήμησή μου ως επαγγελματία ξεκίνησε με όσα δήλωσε στη χθεσινή της συνέντευξη στην τηλεόραση
|
el
|
Κέκρωψ
|
Ανορθόγραφος τύπος του Κέκροψ; ; (σπάνιο) ; ; ανορθόγραφος τύπος του Κέκροψ, ενδεχομένως από την εγγύτητα με τη λέξη κερκώπη.
|
※ […] Pausanias' Atticis, his verbis. Ἀκταῖον λέγουσιν ἐν τῇ [νῦν] Ἀττικῇ βασιλεῦσαι πρῶτον. ἀποθανόντος δὲ Ἀκταίου Κέκρωψ ἐκδέχεται τὸν [sic] ἀρχὴν θυγατρὶ συνοικῶν Ἀκταίου
|
el
|
Βραβείο
|
Τιμητική υλική ή ηθική ανταμοιβή.
|
Βραβείο Νόμπελ
|
el
|
Ψευτόμαγκας
|
(Λαϊκότροπο) που παριστάνει τον μάγκα χωρίς να πείθει, ο θρασύδειλος.
|
↪ Χαρακτηριστικούς ρόλους ψευτόμαγκα είχε αποδώσει στη θεατρική και κινηματογραφική σκηνή κατ' επανάληψη και με μεγάλη επιτυχία λόγω μικρού ύψους ο αξέχαστος ηθοποιός Νίκος Ρίζος
|
el
|
Τζιτζιφιές
|
Συνοικία ; ; συνοικία της Καλλιθέας, στην Αθήνα.
|
※ Στου Χαροκόπου και στην Καλλιθέα / μου είπανε πως τα ’πινες εχθές, / ψηλό μελαχρινό είχες παρέα, / κι εγώ σε γύρευα στις Τζιτζιφιές. (Στου Χαροκόπου και στην Καλλιθέα, στίχοι: Πυθαγόρας, μουσική: Βασίλης Βασιλειάδης, εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, 1967)
|
el
|
Στάση
|
Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει κάποιος ένα ζήτημα, τρόπος αντιμετώπισης.
|
Όλοι περιμένουν να δουν ποια στάση θα κρατήσουν τα πολιτικά κόμματα απέναντι σ' αυτό το ζήτημα
|
el
|
Κορονοϊός
|
(Επιδημιολογία, κορονοϊός) είδος ιών της υποοικογένειας Coronavirinae, της οικογένειας Coronaviridae, της τάξης Nidovirales.
|
※ Τι είναι ο φοβερός κορονοϊός, ποια η προέλευσή του και γιατί μας ανησυχεί τόσο; Οι ιοί της ομάδας corona ονομάζονται έτσι επειδή κατά την παρατήρησή τους στο μικροσκόπιο διακρίνεται στην περιφέρειά τους μια φωτεινή άλως που τους κάνει να μοιάζουν με ...εστεμμένους.(@in.gr, «Τι είναι ο φοβερός κορονοϊός», 2003.05.20.)
|
el
|
Δασύς
|
(Γραμματική, φωνητική) που προφέρεται με εκπνοή αέρα.
|
↪ τα σύμφωνα θ, δ και χ στα αρχαία ελληνικά ήταν δασέα
|
el
|
Δραματοποιούμαι
|
Με μετατρέπουν σε καλλιτεχνική δημιουργία (κινηματογραφικό έργο, θεατρικό έργο).
|
Δραματοποιείται (δηλαδή μετατρέπεται σε δρώμενα θεατρικής ή κινηματογραφιής ή τηλεοπτικής μορφής) ένας μύθος, ένα παραμύθι, ένα μυθιστόρημα, ένα ποίημα, ένα πραγματικό γεγονός
|
el
|
Λιάνωμα
|
(Ειδικότερα) μικρό σφάγιο.
|
Έτρωγαν ένα λιάνωμα· και ρώτησε την πλάτη
|
el
|
Γυρεύω
|
Ζητώ.
|
Θα πάω να τη γυρέψω απ' τους δικούς της
|
el
|
Αιτία
|
Αφορμή.
|
Μη δίνεις αιτίες να μας σχολιάζουν
|
el
|
Τεχνοκουλτούρα
|
(Τεχνολογία, τέχνη, νεολογισμός) ο πολιτισμός όπως επηρεάζεται από την τεχνολογία, ιδίως από την τεχνολογία των υπολογιστών και το διαδίκτυο.
|
※ Στον δε τόπο ας, οι ελάχιστες εφημερίδες που ακόμη κυκλοφορούν (μετά βίας) συμβαδίζουν και αυτές με το πνΧΧμα της εποχής. Έχουν τον πολιτισμό παροπλισμένο και τους ελάχιστους κριτικούς που απασχολούν απλήρωτους, δείχνοντάς τους έτσι ότι δεν πολυσκοτίζονται. Όπως και στις άλλες χώρες, και σε μας η αντιπνευματικότητα της τεχνοκουλτούρας υποστηρίζει τέτοιες πρακτικές, σε σημείο ο ειδικός αμέσως-αμέσως να βαφτίζεται ελιτίστας ή περιττός
|
el
|
Περούτζια
|
Άλλη μορφή του Περούτζα.
|
※ Η Περούτζια είναι μια πόλη που αξίζει να τη ζήσετε μερικές μέρες χαλαρά, χωρίς πρόγραμμα (από του άρθρο της Κορίνας Φαρμακόρη, «Περούτζια: η ιταλική φοιτητούπολη που ο μαζικός τουρισμός δεν έχει ακόμα ανακαλύψει», lifo.gr (3 Απριλίου 2019)· πρόσβαση: 2019-11-03)
|
el
|
Επανατοποθετώ
|
(Παθητικό) γνωστοποιώ ότι αλλάζω γνώμη και άποψη για ένα ζήτημα, αλλάζω τοποθέτηση, αναιρώ, αποσύρω κάτι που είχα δηλώσει, ανασκευάζω.
|
Θα προτιμούσα να επανατοποθετηθώ επί του θέματος
|
el
|
Νομοϊατρός
|
Άλλη μορφή του νομίατρος; ; (ιατρική, παρωχημένο) ; ; άλλη μορφή του νομίατρος.
|
※ Το 1829 όταν πλέον έχει ολοκληρωθεί η Παλιγγενεσία ο Π. Μανούσος επιστρέφει στην Ελλάδα με πλοίο από την Αλεξάνδρεια και εγκαθίσταται στην Κυπαρισσία την ιδιαιτέρα πατρίδα του. Ιατρός πλέον, πράγμα δυσεύρετο εκείνη την εποχή και μάλιστα, πτυχιούχος Πανεπιστημίου της Ιταλίας. Λίγα χρόνια μετά ορίζεται διοικητικός Νομοϊατρός Τριφυλίας
|
el
|
Ομιλικός
|
(Ειδικότερα, νεοελληνική ιστορία, εκπαίδευση - ουσιαστικοποιημένο, συνήθως αρσενικό) μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου, ιστορικού δημοτικιστικού σωματείου.
|
※ Η «επαναστατική επιτροπή» Πλαστήρα - Γονατά που ανέλαβε μετά τα γεγονότα της Μικρασιατικής καταστροφής επιχειρεί με επιμέρους παρεμβάσεις να επαναφέρει στα ζητήματα της διοίκησης και εποπτείας της δημοτικής εκπαίδευσης την προ του 1920 κατάσταση […] Στην εκπαιδευτική ιεραρχία επανέρχονται οι ομιλικοί δημοτικιστές: Γληνός, Δελμούζος, Τριανταφυλλίδης
|
el
|
Ῥέκτις
|
(Καθαρεύουσα) ρέκτις, θηλυκό του ρέκτης.
|
(※ Εἰς τὴν ῥέκτιδα προθυμίαν τοῦ κ. διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων (…) θὰ ὀφείλωμεν ὅσον οὔπω καὶ τὴν σύστασιν τῶν ταχυδρομικῶν ταμιευτηρίων. (Ἐφημερίς, 27 Οκτωβρίου 1888, σελ. 4· βλ. και Περὶ Χαριλάου Τρικούπη, ἐκ δημοσιευμάτων ἀπὸ τοῦ Μαΐου 1884, ἐν εἴδει ἡμερολογίου, τ. γʹ, ἐν Ἀθήναις 1908, σελ. 217.)
|
el
|
Οθονικός
|
(Τεχνολογία, πληροφορική) on-screen: λειτουργία, δραστηριότητα που βασίζεται στην ύπαρξη της οθόνης τηλεόρασης, τηλεφώνου, ηλεκτρονικού υπολογιστή, κλπ.
|
※ Σύμφωνα με τη σύσταση του Καναδικού Παιδιατρικού Συλλόγου, 60 λεπτά είναι ο ημερήσιος «οθονικός χρόνος» για τα παιδιά (συμπεριλαμβανομένων όλων των τύπων οθόνης, ακόμη και της τηλεόρασης)
|
el
|
This is part of the DefinitionGeneration-datasets collection.
➡️ Please see the Dbnary-it for a full description, methodology, and usage details.
This variant corresponds to Greek.